Still

•Μαΐου 5, 2011 • 1 σχόλιο

Ο Β. είπε πως όλοι,
έχουμε στην καρδιά μας
κάτι
που είναι χαλασμένο.

Και φαντάστηκα στρατιές από αλαφιασμένα ανθρωπάκια, σκυμμένα προς την καρδιά τους, να μαστορεύουν ασταμάτητα ενώ περπατούν, μιλάνε, δουλεύουν, πίνουν, γαμάνε..
Να στήνουν πρόχειρα, αυτοσχέδια συνεργεία, να ψάχνουν με αγωνία ταιριαστές βίδες, να κλέβουν μπουλόνια και γαλλικά κλειδιά, να εφευρίσκουν εξαρτήματα, να προσαρμόζουν σωλήνες..

Χάος

Η προφητεία λέει πως αν όλοι φτιάξουμε τη βλάβη μας, θα γίνουμε Ένα.

Στις μεγάλες μου στιγμές, καθισμένη σ’έναν ψηλό ξερόβραχο, νιώθω την καρδιά μου να πονάει και κοιτάζω ευθεία μπροστά.
Είναι οι στιγμές της βασιλείας μου. πάνω σε όλα. πάνω απ΄όλα.

Και τότε,

συναντώ το βλέμμα σου.

…three stowaways…

•Δεκέμβριος 25, 2010 • 8 Σχόλια

Υπάρχει ένα σύννεφο μέσα στο κεφάλι μου.
Ένα συμπαγές, πηχτό σύννεφο.

Σήμερα θέλω να γράψω το πιο βασανιστικό τραγούδι.
Το πιο λαχανιασμένο, βραχνό, απελπισμένο τραγούδι του κόσμου.
Θέλω να γδάρω τους τοίχους και να ζωγραφίσω τον πιο κόκκινο πίνακα.
Να καταπιώ το λαμπερότερο διαμάντι.

Σήμερα θέλω να πέσω στα πόδια εκείνου που
αξίζει να ρίξω τροφή στα θηρία που ζουν μέσα μου.
Να ταίσω τα θηρία κι ύστερα ας κρυφτώ στη σκοτεινή φωλιά πενθώντας.
Απτόητη.

Ένα σύννεφο μεγαλώνει στο κεφάλι μου κι
από σήμερα θέλω να γνέφω μόνο λυσσασμένα όχι και ναι,
μαστιγώνοντας με τα μαλλιά μου τον κόσμο ολόκληρο.

Σήμερα προτιμώ το φόνο απ’τον θάνατο.
Ένα σύννεφο έχει κυριεύσει το κεφάλι μου κι
έχω συνηθίσει τους πυροβολισμούς των δεικτών του ρολογιού.

Σε λίγο ξημερώνει.
Δεν ξέρω αν σήμερα είναι χθες ή αύριο.
Δεν νιώθω τίποτα.

Θέλω να σου μάθω εκείνα που καμία δεν είχε την υπομονή να σου μάθει.
Σήμερα θέλω να σε δημιουργήσω απ’την αρχή.

Ένα σύννεφο στο κεφάλι μου.

Χρειάζομαι 3 μεγαλειώδεις κεραυνούς.
Μια μεγαλοπρεπή καταιγίδα που θα κάνει το μυαλό μου
να χυθεί ορμητικά μέσα στο σώμα μου.

Απείλησε με…

Salt & Water

•Νοέμβριος 23, 2010 • 3 Σχόλια

Δεν ξέρω πώς να τελειώσω αυτή τη μέρα που έχει ήδη γίνει νύχτα.
Δεν ξέρω πώς κι έτσι θα τελειώσει μόνη της, μάλλον ήσυχα.
Ακούω ξανά και ξανά το ίδιο τραγούδι. Είναι ένα από τα μαγικά που κάνω. Κουλουριάζομαι μέσα σ’ένα τραγούδι κι έτσι είμαι κάπου.

Δεν ξέρω γιατί αλλά όταν βρέχει πολύ, σκέφτομαι τους νάρκισσους της ζωής μου. Τους φαντάζομαι ολόγυμνους, στη δυνατή βροχή, στη μέση έρημων λεωφόρων, ν’αυνανίζονται παθιασμένα κοιτώντας τον ουρανό με κλειστά μάτια.
Το νερό πέφτει πάνω τους κι εκείνοι συνεχίζουν να τον παίζουν με βρεγμένες χούφτες και φουσκωμένες φλέβες και σφιγμένους μύες και είναι τόσο όμορφοι κι ερωτικοί και εφιαλτικά απορροφημένοι και τους νιώθω τόσο κοντά μου πίσω από τη διαχωριστική βροχή…
Είναι η βροχή που μας χωρίζει.. Είναι η βροχή που τους τυφλώνει.
Καμιά φορά θυμώνω μαζί τους.
Τότε κρατάω την εικόνα αλλά τους βάζω να φοράνε κάλτσες.
Και γίνονται γελοίοι. Δεν γελάω ποτέ. Η γελοιότητα μου έφερνε πάντα θλίψη και στο τέλος της νύχτας δεν έχω άλλο καταφύγιο από το ενήλικο, διπλό κρεβάτι μου.

Ένας ποιητής έγραψε πως για ν’αποκοιμηθεί, κλείνει τα μάτια και τους συγχωρεί έναν έναν όλους. Πώς να συγχωρήσεις κάποιον που έχει, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, πεθάνει?
Πώς να τον συγχωρήσεις όταν δεν μπορείς πια να πεις «ας είναι καλά ό,τι κι αν κάνει»…

Είναι οι αναπόδραστες αυτές λεπτομέρειες που στοιβάζουν ανοιχτούς φακέλους γεμάτους απλήρωτους λογαριασμούς πάνω στο γραφείο σου. Οι φωνές σε κάποιον που λείπει. Ένα υπόκωφο «δεν πρόκειται να μ’αγαπήσεις ποτέ» που δεν το πιστεύεις και το ακούν μόνο, τα λάθος αυτιά. Είναι τα δάκρυα που στέγνωσαν μέσα σου αφήνοντας στάμπες και κρούστες αλατιού.
Πώς να υποσχεθείς γλυκύτητα όταν γλύφεις τις αλμυρές πληγές σου.
Χίλιες γλώσσες χρειάζεσαι. Να σε γλύψουν με φροντίδα χίλιες γλώσσες.

Ανοίγω ένα βιβλίο στη σελίδα 253. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, το μυαλό μου ταξιδεύει ιλιγγιωδώς. Πιάνεται αυτό σαν ταξίδι? Μάλλον όχι. Εδώ μετράει μόνο ο προορισμός που είναι να θυμηθώ ότι υπάρχω κι έξω από τον εαυτό μου.
Διαμορφώνομαι μέσα σε όλα αυτά τα άγνωστα βλέμματα που όμως έχουν σάρκα και οστά.
Κινούμαι μέσα σε όλα αυτά τα ανοικεία μέρη που όμως με φιλοξενούν αδιαμαρτύρητα.
Μεγαλώνω σε σελίδες άπειρων ημερολογίων γεμάτων κουτάκια που δεν θα σημαδέψω ποτέ.
Γίνομαι απόσπασμα κάποιας ζωής, κάποιου, κάπου, κάποτε.

Σε παρακαλώ, θα ‘θελες να μου κρατάς το χέρι?

Golden Cages of Dark Ages

•Οκτώβριος 9, 2010 • 7 Σχόλια

«Όπου όμως έχουμε δώσει την αγάπη και το σεβασμό μας όχι από συνήθεια,
αλλά επειδή το θέλουμε οι ίδιοι,
όπου έχουμε γίνει μαθητές και φίλοι από τα βάθη της καρδιάς μας, υπάρχει μια πικρή και τρομερή στιγμή που
ξαφνικά καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει ένα ρεύμα μέσα μας που μας τραβάει μακριά απ’ ό,τι μας είναι πιο αγαπητό.
Τότε κάθε σκέψη που απορρίπτει το φίλο και το μέντορα στριφογυρίζει μέσα στην καρδιά μας σαν δηλητηριασμένο βέλος,
κάθε χτύπημα που δίνουμε για ν’αμυνθούμε επιστρέφει στο δικό μας πρόσωπο,
οι λέξεις «απιστία» και «αχαριστία» πλήττουν το ίδιο το άτομο,
το οποίο νιώθει ότι έχει μέσα του τόση ηθική όση και αυτοί που γιουχαϊζουν ή στιγματίζουν
και η τρομαγμένη καρδιά του φτερουγίζει υποταγμένη προς τις αξίες των γοητευτικών κοιλάδων της παιδικής ηλικίας
αδυνατώντας να πιστέψει ότι
θα πρέπει να συμβεί και αυτός ο χωρισμός,
ότι θα πρέπει να κόψει και αυτόν το δεσμό».

Demian
Herman Hesse

Dreaming…

•Σεπτεμβρίου 18, 2010 • 3 Σχόλια

Μ’επηρέασε ένα βιβλίο που διάβαζα το προηγούμενο βράδυ.

Κοιμόμασταν, όλη η οικογένεια, σ’ένα station wagon παρκαρισμένο στη μέση ενός πυκνού δάσους.
Η πίσω πόρτα του αυτοκινήτου ήταν ανοιχτή κι ένας νεαρός σερνόταν ανάμεσα μας.

Τους είχε σφάξει ήδη όλους, με πλησίαζε και δεν μπορούσα να κινηθώ.
Βρέθηκε πάνω μου κι άρχισε να ανεβοκατεβάζει σιωπηλά το μαχαίρι που κρατούσε κι εγώ δεν ένιωθα πόνο, μόνο τρόμο και κάτι σαν ματαιότητα.

Είχα κλείσει σφιχτά τα μάτια με τα χέρια, ένιωθα τη λεπίδα να διεισδύει βίαια μέσα μου, το κεφάλι μου χτυπούσε στο τιμόνι ρυθμικά και μου είχε κολλήσει η σκέψη πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να το κάνει αυτό. Είναι εντελώς άσκοπο…

Του φώναζα
σταμάτα τώρα
σταμάτα
έχω πεθάνει
μπορείς να σταματήσεις
δεν γίνεται να πεθάνω άλλο
δεν έχει νόημα
σταμάτα

Ξύπνησα.
Ίσως λίγο πιο κοντά στον εαυτό μου.

Growing

•Σεπτεμβρίου 7, 2010 • 12 Σχόλια

Προχθές το βράδυ
σε μια από τις ομορφότερες ταράτσες της Αθήνας
μισοξαπλωμένες σ’έναν μαλακό, μαύρο καναπέ
λέγαμε με την Μ. ότι το να γεράσουμε δεν θα είναι και τόσο άσχημο τελικά

Δεν θα δουλεύουμε
Δεν θα νιώθουμε την ανάγκη να είμαστε θελκτικές
Θα φοράμε, θα λέμε και θα κάνουμε ό,τι να’ναι χωρίς κανείς να μας ξεσυνερίζεται
Οι νεότεροι θα μας σέβονται λόγω ηλικίας κι οι μεγαλύτεροι θα μας αποκαλούν «κορίτσια»
Θα πηγαίνουμε σε καφέ, σε εκθέσεις και σε θέρετρα με λασπόλουτρα

Χθες το πρωί
Ξεκίνησα για τη δουλειά
Στο δρόμο για το αυτοκίνητο πέρασα μπροστά από ένα φαρμακείο
Σταμάτησα
Μπήκα μέσα
Κι αγόρασα την πρώτη μου κρέμα ματιών..

Breathless

•Αύγουστος 11, 2010 • 12 Σχόλια

Όταν στέκεται μέσα στο πλήθος της λείπει περισσότερο.
Ίσως γιατί το δεύτερο πράγμα που την συγκίνησε σ’αυτόν ήταν η φυσικότητα με την οποία άπλωνε το χέρι του να την αγκαλιάσει.

Την είχε προειδοποιήσει.
Για να ζήσει ο έρωτας τους, έπρεπε εκείνη να τον ζεσταίνει συνεχώς με την ανάσα της.

Τάιζε τον έρωτα ανάσες κι όσο τον έβλεπε να μεγαλώνει, τόσο περισσότερο προσπαθούσε να τον κρατήσει ζεστό.
Κι από φόβο μην τον χάσει, έφτασε μόνο να εκπνέει.
Κι ο αέρας τέλειωνε.
Τα πνευμόνια της -μαζί κι εκείνη- συρρικνώθηκαν.
Σκέφτηκε «αν δει ότι μικραίνω τόσο που θα με χάσει, θα βοηθήσει κι εκείνος. Λίγο. Ίσα να πάρω αναπνοή».

Μα εκείνος ήταν απλά ευτυχής.

Τότε εκείνη θύμωσε. Πολύ. Θύμωσε γιατί της τέλειωνε ο αέρας. Θύμωσε γιατί κουράστηκε. Γιατί έπρεπε να παραιτηθεί.

Θύμωσε και πήρε μια ανάσα τόσο μεγάλη
Τόσο βαθιά
Τόσο δυνατή
Φούσκωσε τα πνευμόνια της
Γέμισε τα κύτταρα της
Έστειλε αέρα στ’ακροδάχτυλα και στα βλέφαρα
Τεντώθηκε το δέρμα της
Άρχισε να μεγαλώνει
Ασταμάτητα

Ώσπου μεγάλωσε τόσο πολύ
που δεν χωρούσε πια στην αγκαλιά του.

Από τότε κυκλοφορεί μέσα στο πλήθος
ψάχνοντας κάποιον να τη μαχαιρώσει.