…κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα

Ήταν ευτυχισμένη!
Τα μάτια της έλαμπαν τεράστια, ακόμα και στο σκοτάδι, φωτίζοντας γύρω τους φίλους και τον αγαπημένο της. Η μουσική έπαιζε χαμηλά κι η θάλασσα ίσα που ακουγόταν να χαιδεύει το βράχο δίπλα τους.
Κάθησε σ’ένα ψηλό σκαμπό και ανακοίνωσε χαρούμενη ότι θέλει ν’ανοίξει τα δώρα της. Το ένα μετά το άλλο, ξετυλίγονταν και φανέρωναν μικρές και μεγάλες εκπλήξεις, συνοδευμένες από φωνές, γέλια, ευχές κι ευχαριστίες.
Ένα αεράκι φύσηξε, μια τσάντα έγειρε κι όλοι είδαν ένα λευκό αντικείμενο να πέφτει στο νερό. Πολλοί έτρεξαν πέρα στα βράχια να το προλάβουν αλλά ήταν αργά.
Ένα μικρό, ελαφρύ σαν τον αφρό τσαντάκι, ταξίδευε ήδη πολύ μακριά τους.

…………… …………… …………… …………… …………… ……………

Έτρεχε μ’όλη του τη δύναμη απ’το λιμάνι προς την άκρη του χωριού. Τα γυμνά του πόδια ίσα που άγγιζαν τις καυτές απ’τον ήλιο πέτρες. Στα χέρια του, βρώμικα ακόμα από τα λέπια και το αλάτι, κρατούσε κάτι λευκό, κάτι λευκό και τσαλακωμένο.
Έφτασε ξέπνοος έξω απ’το σπίτι της και την είδε στην αυλή, μόνη, να παίζει με την κούκλα της.
Όρμησε μέσα φωνάζοντας «Πάντα σ’το λεγα πως υπάρχουν γοργόνες! Κοίτα τι έπιασε με τα δίχτυα ο πατέρας μου σήμερα…» και άφησε στα πόδια της μια λευκή, άμορφη μάζα, μπλεγμένη γύρω από δύο μεγάλα τσιμπιδάκια για τα μαλλιά.
Τα κοίταξε κι ύστερα κοίταξε αυτόν. Τα πήρε απαλά στα χέρια της και περιεργάστηκε τον μαυρισμένο απ’τη θάλασσα μίσχο τους. Πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τις μικρές, γυαλιστερές πέτρες που τα στόλιζαν κι είχαν τα χρώματα της άμμου το δειλινό και του πηλού στα πεζούλια και σχημάτιζαν κάτι σαν λουλούδι που στο κέντρο είχε μια πέτρα που το χρώμα της ήταν ολόιδιο με κείνο το κραγιόν που φοράει πάντα η δασκάλα τους.
Του χαμογέλασε λάμποντας.

«Μου τα ‘στειλαν οι γοργόνες, για σένα»… ψιθύρισε με χαμηλωμένα βλέφαρα κι άρχισε να πηγαίνει προς την πόρτα.
«Κι όταν μεγαλώσω, θα γίνω καπετάνιος και θα σε παντρευτώ» φώναξε κι άρχισε να τρέχει για να μην ακούσει εκείνη, την καρδιά του που χτυπούσε σαν τρελή κι έκανε τ’αυτιά του να βουίζουν.

Έτρεξε κι εκείνη ως την πόρτα κρατώντας σφιχτά στο χέρι το δώρο της και τον κοίταξε ν’απομακρύνεται. Ένιωθε σαν να’χει μέσα της μια απέραντη, γαλάζια θάλασσα κι ήταν σαν να ‘βλεπε εκείνον να οδηγεί το θεόρατο καράβι του, που το ακολουθούσαν γελώντας και παίζοντας, χίλιες γοργόνες.
Ήταν ευτυχισμένη!

~ από paperflowers στο 16 Ιουνίου, 2008.

11 Σχόλια to “…κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”

  1. τι ωραία! μα την αλήθεια,τι ωραία! Χάρηκα διαβάζοντας.
    Τι ωραία! Γίνονται αυτά στ’αλήθεια,ε;
    Γίναν με το που γραφτήκαν πάντως.

  2. Μπορεί κ να γίνονται Αντρέ, ποιος μπορεί να ξέρει άραγε…? 🙂

  3. η αναγκαιοτητα των παραμυθιων και της μυθολογιας… υπουλα κατεβαζει τα παντελονια ακομα και στους πιο εξορθολογιστες…
    cheers

  4. Ω Θεε μου Πέιπερ….
    Ω Θεε μου!!!!!

  5. στα απο καρδιας δωρα παντα μια καρδια θα χτυπα…
    ναι… πως αλλιως;

  6. Τέτοια ομορφιά…μόνο με σφαλιστά τα μάτια σφιχτά την νιώθεις, και την αρμύρα της στιγμής να σου καίει τις συνάψεις…

  7. Αυτό που της έκανες γράφοντας αυτήν την ομορφιά, κι αν είναι δώρο… Ανεκτίμητο!!!

  8. 🙂 φλο 🙂

    πολυ ομορφο.πολυ πολυ πολυ

    καληνυχτες!

  9. Χάνοντας,κέρδισε…
    Νομίζω ξέρεις πώς να ξεπερνάς με το λόγο την υλική αξία των πραγμάτων…
    Τυχερό το χνούδι.

  10. ένας κύκλος ευτυχίας…
    και ‘σείς μέσα του…

    την καλησπέρα μου…

  11. Και; και;;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: